Πανό ΕΠΑΜ Αχαρνών - Καματερού

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Πως μπορεί να μην πληρωθούν τα τέλη κυκλοφορίας

Δεν πληρώνουμε τέλη κυκλοφορίας με τον κάτωθι τρόπο:

Παίρνουμε ένα παράβολο του ενός (1) ευρώ από την εφορία, συμπληρώσουμε τα στοιχεία μας και στην αιτιολογία γράφουμε  κωδικό ΚΑΕ 1363 και αιτιολογία «για τα τέλη κυκλοφορίας 2015 Συμβολικό ποσό» του αυτοκινήτου με αρ. κυκλοφορίας ………………………. 

Γράφουμε τον αριθμό του παραβόλου στην δήλωση που θα καταθέσουμε στο πρωτόκολλο της εφορίας.
Συμπληρώνουμε όλα τα στοιχεία της δηλώσεως και έχοντας 2 αντίγραφα της, πάμε στο πρωτόκολλο της εφορίας, καταθέτουμε το ένα που θα κρατήσει η εφορία και στο δεύτερο που θα κρατήσουμε εμείς, ζητάμε να μας βάλει την σφραγίδα του πρωτόκολλου για να έχουμε αντίγραφο τι ακριβώς έχουμε καταθέσει.

Με αυτό κυκλοφορούμε κανονικά και δεν μπορεί να μας γράψει η τροχαία, διότι ο νόμος λέει ότι κόβεται κλήση όταν δεν έχουμε πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας.

Εμείς δεν ανήκουμε σε αυτήν την κατηγορία, διότι έχουμε δώσει 1 ευρώ έναντι των τελών και η εφορία το έχει αποδεχτεί, όπως φαίνεται στην δήλωση με την σφραγίδα του πρωτοκόλλου.

Λέμε τα ανωτέρω στον τροχονόμο, αν μας σταματήσει και ζητήσει τέλη κυκλοφορίας και έχουμε σε 2 αντίγραφα το έντυπο ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΧΑΙΑ που αναφέρει και εξηγεί τα ανωτέρω.

Αν δεν μπορούμε να τα πούμε στον τροχονόμο, του δίνουμε το ένα από τα δυο αντίγραφα που έχουμε μαζί μας για να το διαβάσει.

Αν μας γράψει θα του δώσουμε το ένα και θα ζητήσουμε να υπογράψει στο άλλο ότι το παρέλαβε.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η μέθοδος αυτή έχει εφαρμοστεί σε όλη την Ελλάδα με παραλλαγές και δεν διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξει τελικά χρέωση του συνολικού ποσού με τις προσαυξήσεις. Ωστόσο μπορεί να καθυστερήσει την πληρωμή του άδικου και υπέρογκου ποσού για τα τέλη και να επιτρέψει να κυκλοφορείτε με το αυτοκίνητο σας επικαλούμενοι την νομιμότητά τους.  Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχουν εγγυήσεις ούτε και αναλαμβάνεται οποιαδήποτε νομική ευθύνη για την πιθανότητα να μεταβληθούν - στο άμεσο μέλλον - τα μέχρι σήμερα δεδομένα σε σχέση με την επιτυχία της μεθόδου που περιγράφεται σε αυτό το άρθρο.

ΑΝ ΑΜΦΙΒΑΛΕΤΕ Ή ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΕΦΑΡΜΟΣΕΤΕ ΟΣΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ... Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΠΙΝΑΚΙΔΩΝ !



Το κείμενο της Αίτησης - έγγραφου ερωτήματος έχει ως εξής:



ΑΙΤΗΣΗ -ΑΝΑΦΟΡΑ

Του ……………………………………..………………..
Κατοίκου ………………………………………..……….
Α.Δ.Τ. ………………….. /Α.Τ…………………………..
Οδός ………………………..…….., Τ.Κ ……….………
Τηλ. …………………………………………..………….
ΑΦΜ ………………….…………………..…………….
Δ.Ο.Υ. ……………….
Κάτοχος του/των υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ……………………………………………. οχήματος/των
Πόλη, ……………………………………………… 2013


ΠΡΟΣ

Τον κ. Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ
……….……………………….……
1.                         
ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ:
- Υπουργείο Οικονομικών
-      - Συνήγορο του Πολίτη
- Επιτροπή Ανθρωπίνων
         Δικαιωμάτων
-                                                    


ΘΕΜΑΤΑ:
ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΚΟΠΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΚΙ ΕΠΑΝΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΟΣ/ΤΩΝ ΜΟΥ, ΛΟΓΩ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΩΝ, ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΟΥ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟ/ΤΑ ΘΕΣΩ ΣΕ ΑΚΙΝΗΣΙΑ.
ΑΝΑΦΟΡΑ, ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΜΟΥ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΩ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥ/ΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΟΣ/ΤΩΝ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟ/ΤΑ ΘΕΣΩ ΣΕ ΑΚΙΝΗΣΙΑ
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
1ον  Η αίτησή μου περιληπτικά
2ον  Η νομιμότητα της αίτησής μου και της πράξης μου
3ον Δήλωση αδυναμίας Συναίνεσης στην εκτέλεση νόμων που λειτουργούν καταλυτικά προς το Σύνταγμα.
4ον  Αιτιολόγηση του αιτήματος
4α Οι Γενικοί Λόγοι
4β Οι Ειδικοί Λόγοι
            4γ Οι ατομικοί λόγοι
5ον Το αίτημα ανακοπής-αναστολής

1ον Η ΑΙΤΗΣΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ

Με το γραμμάτιο πληρωμής – παράβολο .................................... κατέβαλα το ποσόν του
ενός (1) ευρώ υπέρ δημοσίου, έναντι τελών κυκλοφορίας έτους 2015 για το αυτοκίνητό μου με
ΑΡΙΘΜΟ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ............................................., έναντι της χρήσης του κακού οδικού
δικτύου, αιτιολογώντας αυτήν την ενέργεια μου ως ακολούθως:

Το όχημά μου με αρ. ……………………………….………. αποτελεί για εμένα και την οικογένειά μου βασικό μέσο μετακίνησης, από το οποίο εξαρτάται άμεσα η δυνατότητα της επιβίωσής μας, καθώς στην περιοχή όπου ζούμε και δραστηριοποιούμαστε δεν υπάρχει τακτική συγκοινωνία.


Συγκεκριμένα, από το βασικό μέσο μετακίνησης, εξαρτώνται άμεσα:
 Α) Η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας,  που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρου 5 παρ. 1 Σ.
Β) Η δυνατότητα προστασίας της υγείας μας, που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 Σ.
Γ) Η δυνατότητα της εργασίας, που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Σ.
Δ) Η δυνατότητα της ιδιοκτησίας, που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 Σ, που ορίζει ότι η δήμευσή της απαγορεύεται και σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 που ορίζει ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους».

Επειδή, τα τέλη κυκλοφορίας είναι εξ’ ορισμού ανταποδοτικά αλλά παρ’ όλα αυτά δεν ανταποδίδονται στη συντήρηση και κατασκευή του οδικού δικτύου, έχοντας καταστεί φόρος,
Επειδή, η φορολόγηση του βασικού μέσου μετακίνησής μου, έχει καταστεί δημευτική, καθώς το ύψος της πλησιάζει ή και υπερβαίνει την αξία του,
Επειδή, η φορολόγηση του βασικού μέσου μετακίνησής μου, αθροίζεται σωρευτικά σε ένα πλήθος άλλων φόρων που υπερβαίνουν την φοροδοτική μου ικανότητα, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 5 Σ., που ορίζει ότι «Oι Έλληνες πoλίτες  συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς»
Επειδή, θέτοντάς το βασικό μέσο μετακίνησής μου σε ακινησία, θα στερηθώ ένα πλήθος συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μου,
Επειδή, τα θιγόμενα από την ακινητοποίηση του βασικού μέσου μετακίνησης δικαιώματά μου, «τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους», σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 Σ., και επειδή, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο , « Όλα τα κρατικά όργανα» κατά συνέπεια και η υπηρεσία σας, « υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση»  των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων μου,

Ζητώ:

Α) Να μου απαντήσετε αν και πώς ανταποδόθηκαν τα τέλη κυκλοφορίας του 2014 (αξίας ενός περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ) στην κατασκευή και συντήρηση του δημοσίου οδικού δικτύου.
Β) Επειδή πλέον τα τέλη κυκλοφορίας δεν ανταποδίδονται αλλά λειτουργούν ως ένας επιπλέον φόρος, ζητώ την ανακοπή, αναστολή κι επαναδιαπραγμάτευση της φορολόγησης του βασικού μέσου μετακίνησής μου, (και των προστίμων που επιβάλλονται λόγω αδυναμίας της προκαταβολικής τους πληρωμής), ώστε αυτή να επιβάλλεται σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του οχήματός μου καθώς και στη φοροδοτική μου ικανότητα όπως αυτή προκύπτει από το εισόδημά μου και τις ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. 

2ον Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΜΟΥ

Η αίτησή μου είναι νόμιμη: 
Α) βάσει του άρθρου 10 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:
«1. Kαθένας ή πoλλoί μαζί έχoυν τo δικαίωμα, τηρώντας τoυς νόμoυς τoυ Kράτoυς, να αναφέρoνται εγγράφως στις αρχές, oι oπoίες είναι υπoχρεωμένες να ενεργoύν σύντoμα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντoύν αιτιoλoγημένα σε εκείνoν, πoυ υπέβαλε την αναφoρά, σύμφωνα με τo νόμo
2. Mόνo μετά την κoινoπoίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην oπoία απευθύνεται η αναφoρά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνoυ πoυ την υπέβαλε για παραβάσεις πoυ τυχόν υπάρχoυν σ’ αυτή.»

**3. Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως νόμος ορίζει. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και ειδική χρηματική ικανοποίηση στον αιτούντα, όπως νόμος ορίζει.»

Βάσει των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων και των στοιχείων που παραθέτω, ζητώ να πληροφορηθώ, αν και γιατί, η αδυναμία συναίνεσης στην πληρωμή των τελών κυκλοφορίας καθώς και η αδυναμία ακινητοποίησης του βασικού μέσου μετακίνησής μου, αποτελεί πράξη παραβατική. Αν κατά την άποψή σας, η πράξη αυτή είναι παραβατική, σας παρακαλώ να μου απαντήσετε, όπως ο νόμος ορίζει, υποδεικνύοντας το ενδεχόμενο λάθος των επιχειρημάτων που σας καταθέτω, δια των οποίων ισχυρίζομαι το αντίθετο. Διότι κατά την άποψή μου, η αδυναμία συναίνεσης στην πληρωμή των φόρων του οχήματός μου (ήτοι, τέλη κυκλοφορίας και φόρος πολυτελούς διαβίωσης) καθώς και η αδυναμία ακινητοποίησης του οχήματός μου, επιτρέπονται από το Σύνταγμα (και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό), ενώ η φορολόγηση του οχήματός μου σύμφωνα με το νόμο 3986/2011 (άρθρο 30 και 35) είναι αντισυνταγματική και παράνομη. Τα επιχειρήματά μου τα αναπτύσσω όσο καλύτερα μπορώ, με την παρούσα αίτηση-αναφορά.

Αν λοιπόν, στην παρούσα αναφορά υπάρχουν παραβάσεις, η δίωξή μου  επιτρέπεται μόνον μετά την κοινοποίηση  της τελικής απόφασης της αρχής στον οποία απευθύνομαι και με την άδειά της.

Β) Η αίτησή μου είναι νόμιμη, βάσει του κώδικα διοικητικής διαδικασίας  (ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α΄45) άρθρο 3 «Αιτήσεις προς τη διοίκηση», άρθρο 4 «Διεκπεραίωση υποθέσεων από τη Διοίκηση» άρθρο 6 «Προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου». Υπενθυμίζω ότι βάσει του ίδιου κώδικα άρθρο 4 παρ. 1.α. αν η υπηρεσία σας είναι αναρμόδια να απαντήσει, οφείλει μέσα σε 3 ημέρες να διαβιβάσει την αίτησή μου στην αρμόδια υπηρεσία και να με γνωστοποιήσει προς τούτο εγγράφως.

Γ) Η αίτησή μου και η αναφερόμενη πράξη μου, είναι νόμιμες βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει το φορολογικό μας δικαίωμα ως εξής:
 «Oι Έλληνες πoλίτες  συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς».

Επειδή, το σύνολο των οικονομικών απαιτήσεων του κράτους υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα, εμού και μιας μεγάλης ομάδας συμπολιτών μου, με χαμηλά έως ανύπαρκτα εισοδήματα, καταστρατηγείται ένα πλήθος συνταγματικών διατάξεων που ορίζουν τα δικαιώματά μας όπως:

Το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 Σ.
Το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 3 (αφού η προσωπική ελευθερία στερείται για χρέη άνω των 5000 ευρώ προς το δημόσιο, ακόμη και στην περίπτωση που τα χρέη αυτά προέκυψαν δίχως υπαιτιότητα του φορολογούμενου, δίχως δόλο)
Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 που ορίζει ότι «η γενική δήμευση απαγορεύεται» και του άρθρου 17 παρ. 1 που ορίζει ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους». Επειδή η αξία του οχήματός μου είναι αμελητέα, εξ’ αιτίας της αδυναμίας πληρωμής των τελών κυκλοφορίας και παράλληλης αδυναμίας ακινητοποίησής του, κινδυνεύει με κατάσχεση ακόμη και η κύρια κατοικία μου, στερώντας μου ακόμη και αυτό.
Το δικαίωμα στην εργασία, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 1 Σ, αφού λόγω της υπερφορολόγησης που υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα, ένα μεγάλο μέρος πολιτών έχει χάσει ή κινδυνεύει να χάσει τα μέσα εξάσκησης της εργασίας, κυριότερο των οποίων είναι το μέσο μετακίνησης.
Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 20 του Συντάγματος, αφού οι εξαντλημένοι από την υπερφορολόγηση πολίτες, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν την «παροχή έννομης προστασίας».

3ον ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΝΟΜΩΝ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ.

Όπως γίνεται φανερό, δια της φορολόγησης πέραν της φοροδοτικής μας ικανότητας, στερούνται σχεδόν στο σύνολό τους τα Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματά μας, όπως αυτά ορίζονται στο Δεύτερο μέρος του Συντάγματος. Βάσει αυτής της διαπίστωσης οδηγούμεθα στο λυπηρό και τρομακτικό συνάμα συμπέρασμα, ότι με τα φορολογικά νομοθετήματα των τελευταίων ετών επιχειρείται η κατάλυση του Συντάγματος με τη βία, γεγονός που μας δικαιοδοτεί και μας υποχρεώνει, βάσει του άρθρου 120 παρ. 4 Σ, να αντιδράσουμε με κάθε μέσο εναντίον των υπευθύνων.
«O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων.»

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρ’ όλο που το Σύνταγμα ορίζει σαφώς τις υποχρεώσεις μας, δεν κάνει λόγο για φορολογική υποχρέωση, αλλά για υποχρέωση αντίδρασης με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα, και καθ’ επέκταση το δημοκρατικό μας πολίτευμα με τη βία.. Στην αντίδραση αυτή οφείλουν να συμμετέχουν ΟΛΑ ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 Σ

Το Σύνταγμά μας είναι σαφές: Όλα τα κρατικά όργανα, υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων μας, όπως αυτά ορίζονται στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος. Δηλαδή το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, το δικαίωμα στην πρώτη κατοικία, το δικαίωμα στη δημιουργία και συντήρηση της οικογένειας, το δικαίωμα στην παιδεία, το δικαίωμα στην εργασία, και το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας. Τα παραπάνω δικαιώματα προϋποθέτουν το δικαίωμα στη μετακίνηση, το οποίο επίσης έχει στερηθεί σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών, λόγω του ύψους των φόρων καυσίμων, των τελών κυκλοφορίας, των τεκμηρίων διαβίωσης και των διοδίων.

Για τους λόγους αυτούς, και αφού παραθέσω τους γενικούς, ειδικούς και ατομικούς λόγους που τεκμηριώνουν το αίτημά μου, ζητώ να γίνει δεκτή η αίτηση ανακοπής και επαναδιαπραγμάτευσης από την υπηρεσία σας, ενώ σε περίπτωση αναρμοδιότητας να προωθήσετε την αίτησή μου προς την αρμόδια υπηρεσία στέλνοντάς μου σχετική ειδοποίηση.

4ον  ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ

Αφού εξέθεσα τους λόγους για τους οποίους είναι νόμιμη, τόσο η αίτησή μου και η πράξη μου, όσο και η δυνατότητα ανακοπής από την υπηρεσία σας, προς διαπραγμάτευση των φορολογικών απαιτήσεων, αφού παρουσίασα συνοπτικά τους λόγους για τους οποίους δεν συναινώ στην πληρωμή των φόρων και των προστίμων που επιβαρύνουν το βασικό μέσο μετακίνησής μου και τους λόγους για τους οποίους οι κρατικοί λειτουργοί δικαιούνται και υποχρεούνται να μη συναινέσουν στην εκτέλεση αντισυνταγματικών νόμων που περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα και λειτουργούν καταλυτικά προς το Σύνταγμα, θα αναφέρω αναλυτικά τους λόγους αμφισβήτησης της νομιμότητας και συνταγματικότητας των συγκεκριμένων φορολογικών επιβαρύνσεων. 

  ΟΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ

Η μελέτη του συνόλου των φορολογικών απαιτήσεων του κράτους σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα μιας ομάδας πολιτών, είναι απαραίτητη στην προσπάθεια να κρίνουμε τον δίκαιο ή άδικο χαρακτήρα τους. Διότι εξετάζοντας τον κάθε φόρο ξεχωριστά, κινδυνεύουμε να τον θεωρήσουμε δίκαιο, παραβλέποντας ότι σε συνδυασμό με ένα πλήθος άλλων φόρων υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα μιας ομάδας πολιτών, θέτοντάς την κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Παρ’ όλο που θεωρείται ότι η φορολόγηση των αυτοκινήτων ικανοποιεί την αρχή της μη διάκρισης, θέτοντας ίσους φόρους για ίσα κυβικά εκατοστά κινητήρα, επί της ουσίας θέτει μια διάκριση τόσο άδικη, που φτάνει στο σημείο να προσφέρει το δικαίωμα μετακίνησης μόνον στους εύπορους πολίτες.

Κατά συνέπεια, αντίκειται στο Σύνταγμα και στο κοινό αίσθημα δικαίου, η επιβολή μέτρων που εξαθλιώνουν ένα μέρος του λαού ενώ ένα άλλο το επιβαρύνουν ελαφρώς.

Η αντισυνταγματική αυτή διάκριση, επιβάλλεται με τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, διότι τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, δια των οποίων ορίζεται αποκλειστικά το ύψος των τελών, δεν καθορίζουν ούτε τη φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου, ούτε την αξία του προς φορολόγηση αντικειμένου.
Οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που δεν προκύπτουν αναλογικά από το εισόδημα, με αποτέλεσμα να υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, είναι δημευτικές, άδικες και δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Παρά τον αντισυνταγματικό και άδικο χαρακτήρα τους, με την αιτιολογία της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, κατά τα τελευταία έτη, κάποιες δικαστικές αποφάσεις επέτρεψαν τη συνέχιση επιβολής αυτών των φόρων, δίχως όμως να λάβουν υπόψη όλα τα δεδομένα όπως:
Α) ότι οι ίδιες φορολογικές απαιτήσεις, είναι ενδεχομένως δίκαιες για μια μερίδα πολιτών, αλλά άδικες για μία άλλη.
Β) Ότι μια φορολογική απαίτηση, έχει λόγο ύπαρξης, και ενδεχομένως εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όταν μπορεί να πληρωθεί. Αν δεν μπορεί, οδηγεί στην εξαθλίωση των πολιτών που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν, στη δήμευση της περιουσίας τους και στη στέρηση της ελευθερίας.
Γ) Ότι η απώλεια της λαϊκής κυριαρχίας, οδηγεί στην κατάλυση της οριζόμενης από το Σύνταγμα μορφής του Πολιτεύματος και κατά συνέπεια στην απώλεια νομιμοποίησης κάθε μορφής εξουσίας. Υπό αυτούς τους όρους, καμία φορολογική απαίτηση δεν είναι νόμιμη και καμία δικαστική απόφαση.
Δ) Ότι το δημόσιο συμφέρον ορίζεται επακριβώς από το άρθρο 2 του Συντάγματος, ταυτιζόμενο με την Πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
Ε) Ότι οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, επιβλήθηκαν μετά την υπογραφή των μνημονίων από ξένες δυνάμεις κατοχής που επιχειρούν με τρόπο εκβιαστικό (βία ή απειλή βίας) να καταλύσουν ή να αλλοιώσουν, ή να καταστήσουν ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία.
ΣΤ) Ότι όλες οι εξουσίες δεν πηγάζουν πλέον από το Λαό, δεν υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και δεν ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.
 4β ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ.
Η αδυναμία πληρωμής των φορολογικών απαιτήσεων του Κράτους, τόσο η δική μου όσο κι ενός μεγάλου πλήθους πολιτών, άρχισε το 2011, μετά την ψήφιση του νόμου 3986, «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015». Ο επείγων χαρακτήρας των μέτρων, αποτελεί ένδειξη της παρακώλυσης του έργου της Βουλής και του Πρωθυπουργού από τους δανειστές, οι οποίοι επιβάλλουν εκβιαστικά την παραχώρηση της Εθνικής μας κυριαρχίας και την εξαθλίωση του Λαού με φόρους που δεν προκύπτουν από το εισόδημα και υπερβαίνουν την φοροδοτική του ικανότητα. Ειδικότερα, απέκτησε νομοθετική κάλυψη η παράδοση της χώρας μας στις ξένες οικονομικές δυνάμεις, με την εκχώρηση σε αυτές της εθνικής μας κυριαρχίας, δεδομένου ότι συμφωνήθηκε ως όρος δανεισμού ότι σε περίπτωση μη δυνατότητας αποπληρωμής του χρέους:

«Ούτε το δικαιούχο κράτος μέλος, ούτε η Τράπεζα της Ελλάδος, ούτε κανένα από τα αντίστοιχα περιουσιακά τους στοιχεία εξαιρούνται, λόγω εθνικής κυριαρχίας ή για άλλο λόγο, της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης-συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή διαδικασία σχετικά με τη σύμβαση τροποποίησης».
Με το άρθρο 27 του νόμου 3986/2011 μειώνεται το αφορολόγητο όριο και η έκπτωση δαπανών από το φόρο εισοδήματος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η φορολογία του εισοδήματος, με το άρθρο 28 επιβάλλονται αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης με αποτέλεσμα να φορολογούνται και τα υποθετικά εισοδήματα, με το άρθρο 29 επιβάλλεται «ειδική εισφορά αλληλεγγύης», με το άρθρο 30 επιβάλλεται έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες (στα υποθετικά δηλαδή εισοδήματα), με το άρθρο 31 επιβάλλεται τέλος επιτηδεύματος, με το άρθρο 35 αυξάνονται τα τέλη κυκλοφορίας για τα παλαιότερα του ενός έτους αυτοκίνητα και χάνεται ο ανταποδοτικός τους χαρακτήρας.  Με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 επιβάλλεται το ΕΕΤΗΔΕ, το γνωστό ως χαράτσι.  Παράλληλα μειώνονται με νόμους τα εισοδήματα των περισσοτέρων ελλήνων πολιτών, με αποτέλεσμα η αύξηση της φορολογίας να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη φοροδοτική τους ικανότητα. Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, κι από ένα πλήθος άλλων στοιχείων που μπορώ να παραθέσω, η μείωση της φοροδοτικής ικανότητας και η αδυναμία πληρωμής φόρων ενός μεγάλου μέρους πολιτών, σχεδιάστηκε από την κυβέρνηση και επιβλήθηκε με νόμους. Δεν προκύπτει λοιπόν από υπαιτιότητα των πολιτών αλλά από υπαιτιότητα αποκλειστικά των κυβερνήσεων κατοχής που ελέγχονται και κατευθύνονται από τους δανειστές. Όπως φάνηκε σύντομα, (εν έτει 2013) το πρόγραμμα διάσωσης της χώρας δι’ αυτών των νόμων απέτυχε, γεγονός που έγινε αποδεκτό και από το ίδιο το ΔΝΤ, καθώς διαπιστώθηκε ότι με τους επιπλέον φόρους και την παράλληλη μείωση των λαϊκών εισοδημάτων μειώθηκαν αντί να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα του κράτους. Η συνέχιση λοιπόν του ίδιου προγράμματος παρά την ομολογία της αποτυχίας του, μαρτυρεί ότι στόχος των δανειστών που παρεμβαίνουν στο έργο της Βουλής, δεν είναι η αποπληρωμή των δανείων αλλά η κατάσχεση τόσο της εθνικής όσο και της ιδιωτικής περιουσίας και ο πλειστηριασμός της σε εξευτελιστικές τιμές.
ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 30 ΤΟΥ Ν. 3986/2011, «ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ»
 «1. Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτουν από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, σκαφών αναψυχής, ιδιωτικής χρήσης, αεροσκαφών, ελικοπτέρων και ανεμοπτέρων, καθώς και δεξαμενών κολύμβησης, όπως αυτά προκύπτουν από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011.
2. Η έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται αναλυτικά ως εξής:
α) Για επιβατικά αυτοκίνητα άνω των χιλίων εννιακοσίων είκοσι εννέα (1.929) κυβικών εκατοστών, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενο του ποσού της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης επί συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).
Από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς εξαιρούνται τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με παλαιότητα άνω των δέκα (10) ετών από το έτος πρώτης κυκλοφορίας τους στην Ελλάδα, καθώς και τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης αναπήρων, τα οποία απαλλάσσονται από τα τέλη κυκλοφορίας.
………………… ………………
Η εισφορά του παρόντος άρθρου βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε.. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.

3. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος.

Από τη μελέτη του νόμου διαπιστώνουμε, ότι η ετήσια αντικειμενική δαπάνη προκύπτει αυθαίρετα καθώς το ύψος της δεν εξαρτάται ούτε από την ελάχιστη πραγματική δαπάνη ούτε από το εισόδημα (βλ. ν. 3986/2011 άρθρο 28 παρ. 2γ) και είναι τελείως υποθετική και άδικη για τους κάτωθι λόγους:
α) Το κόστος χρήσης ενός αυτοκινήτου εξαρτάται από τα διανυθέντα χιλιόμετρα και όχι από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα.
β) Η άποψή ότι τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε. έχουν μεγαλύτερο κόστος χρήσης δεν ευσταθεί διότι είναι αυτοκίνητα μεγαλύτερης αντοχής με αποτέλεσμα να έχουν λιγότερες βλάβες. Το δε κόστος των ανταλλακτικών δεν εξαρτάται από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα αλλά από την εταιρία κατασκευής του.
γ) Ο νόμος δεν εξαιρεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εταιρίες προσέφεραν ΔΩΡΕΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΦ ΟΡΟΥ ΖΩΗΣ ως κίνητρο για την αγορά ενός αυτοκινήτου άνω των 2000 κ.ε.
δ) Ο νομοθέτης εσφαλμένα θεωρεί, τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε. πολυτελή, δίχως να λάβει υπόψη ότι η πολυτέλεια καθορίζεται από το κόστος αγοράς και όχι από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα.
ε) Ο νομοθέτης εσφαλμένα θεωρεί, ότι η κατοχή ενός αυτοκινήτου άνω των 1929 κ.ε. γίνεται αποκλειστικά για λόγους επίδειξης οικονομικής ισχύος και πολυτελούς τρόπου διαβίωσης,  παραβλέποντας ότι για μεγάλο αριθμό κατοίκων η κατοχή ενός τέτοιου αυτοκινήτου γίνεται αναγκαστική από διάφορους παράγοντες.
στ) Ο νομοθέτης δεν λαμβάνει υπ’ όψη, ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος δεν έχει ακόμη δρόμους, ή ότι οι δρόμοι του είναι άθλιοι, ότι η μετακίνηση σε αυτό για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι αναγκαία, και κατά συνέπεια αναγκαίο ένα «εκτός δρόμου» μεταφορικό μέσο.
ζ) Η άποψη επομένως ότι η αντικειμενική δαπάνη χρήσης ενός αυτοκινήτου άνω των 1929 κ.ε. είναι υψηλότερη από αυτήν ενός αυτοκινήτου κάτω των 1929 κ.ε. δεν ευσταθεί, με εξαίρεση μόνον το κόστος των τελών κυκλοφορίας, τα οποία για τους λόγους που προανέφερα, αδίκως είναι αυξημένα και μάλιστα κατακόρυφα, για τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε.
Μελετώντας το άρθρο 30 του ν. 3986/2011, διαπιστώνουμε ότι εμπεριέχει ένα πλήθος άδικων διακρίσεων. Το μεταφορικό μέσο αποκτήθηκε πριν την οικονομική κρίση, και αντικατοπτρίζει ένα εισόδημα του παρελθόντος. Με τη νομοθετική λοιπόν διάταξη του άρθρου 30 του ν. 3986/2011, επαναφορολογούνται τα εισοδήματα των παρελθόντων ετών, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:
«Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».
Το γεγονός ότι το άρθρο 30 του ν. 3986/2011 αποτελεί νόμο αναδρομικής ισχύος, βεβαιώνεται και από την παρ. 1 όπου ορίζεται η φορολόγηση αντικειμένων που δηλώθηκαν κατά το 2011, άρα κατέχονταν κατά το 2010.
Τέλος, στην εν λόγω νομοθετική διάταξη διακρίνουμε μία ωμή παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην δικαστική, δια της παρ. 3 που ορίζει ότι «Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος».
ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 35 ΤΟΥ Ν. 3986/2011 «ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ»
Α) ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων επιβλήθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τις διατάξεις των άρθρων 12,13,15 του ν.δ 2637/1953 περί τίτλων κυριότητας και φορολογίας αυτοκινήτων, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά το ν.δ 1146/1972, όπου τα τέλη κυκλοφορίας ορίζονται ως ανταποδοτικά. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 428/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, τη βασιζόμενη στην  υπάρχουσα σχετική νομολογία, προκύπτει ότι:
«τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, έχουν χαρακτήρα ανταποδοτικών τελών, δεν είναι φόροι, και επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων για τη χρησιμοποίηση από τους τελευταίους του οδικού δικτύου της χώρας και την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την συγκάλυψη των δαπανών συντήρησης του δικτύου τούτου».

Παρόλα αυτά, στον πρόσφατο νόμο 3986/2011 με τίτλο:
«Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012−2015.» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (ΦΕΚ 152/2011) και συγκεκριμένα στο άρθρο 35, επαναπροσδιορίζονται τα τέλη κυκλοφορίας ως φόρος μη ανταποδοτικός, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπάρχουσα νομολογία επί της οποίας η απόφαση αυτή βασίστηκε, και δίχως τα τέλη κυκλοφορίας να τηρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Συντάγματος (Περί φορολογίας και δημοσιονομικής διαχείρισης) βάσει των οποίων: Παρ. 1 «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος».

Το άρθρο 35 του ν. 3986/2011, αντικαθιστά το άρθρο 20 του ν. 2948/2001, όπου τα τέλη κυκλοφορίας ορίζονται ως ανταποδοτικά: Συγκεκριμένα στην παρ. 6 (άρθρο 20 του ν. 2948/2001) αναφέρεται ρητά ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργείων Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών καθορίζονται τα ποσά (των τελών) που αποδίδονται στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών… Τα ποσοστά επί των τελών κυκλοφορίας, που αποδίδονται στους Δήμους, τις Κοινότητες και Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, υπολογίζονται στα ποσά που απομένουν μετά την αφαίρεση των ποσών που αποδίδονται στον Ο.Α.Ε.Ε –Τ.Σ.Α., λόγω της ενσωμάτωσης των εισφορών Τ.Σ.Α. στα τέλη κυκλοφορίας».
Ενώ στον πρόσφατο νόμο 3986/2011 στο άρθρο 35, παρ. 5, γίνεται σαφές ότι
«Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων της παραγράφου 1, που καταβάλλεται για την προμήθεια του ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας έτους 2012 και επόμενων, αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου

Δια της απώλειας της ανταποδοτικότητας, επανακαθορίζονται τα τέλη κυκλοφορίας ως φόρος, δίχως όμως να καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος.

Β) Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗΣ

Η απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών δρόμων, η άρση της ανταποδοτικότητας των τελών σε συνδυασμό με την υπέρογκη αύξησή τους, (κυρίως στα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού), με την υπέρογκη αύξηση του φόρου καυσίμων, με την τοποθέτηση σταθμών διοδίων σε όλη την Ελληνική επικράτεια, με την αύξηση της ανεργίας και την δραματική μείωση των εισοδημάτων, είχε ως αποτέλεσμα την δίκαιη άρνηση πληρωμής τους από χιλιάδες πολίτες, που οργάνωσαν κινήματα αντίδρασης, τα οποία ενισχύονται δρομολογώντας μια αντίδραση με απρόβλεπτες και εκρηκτικές διαστάσεις.

Αυτό που άλλαξε από το 1953 μέχρι σήμερα, είναι ότι το αυτοκίνητο αποτελεί πλέον βασικό μέσο μετακίνησης,

Η παρούσα αμφισβήτηση, περί της συνταγματικότητας επιβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και παράλληλων επιβολών όπως ο φόρος καυσίμων, τα διόδια κλπ, προκύπτει από τη συσχέτιση του βασικού μέσου μετακίνησης με τη δυνατότητα επιβίωσης. Ιδιαίτερα στην παρούσα χρονική στιγμή, κατά την οποία στην Ελλάδα τελείται μια πρωτοφανής γενοκτονία του αυτόχθονος πληθυσμού, με αποτέλεσμα χιλιάδες συμπολίτες μας να αυτοκτονούν, ακόμη περισσότεροι να βρίσκονται στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, ενώ περισσότεροι  του ενός εκατομμυρίου να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα κατά τα τελευταία 3 έτη λόγω αδυναμίας επιβίωσης. Την παρουσίαση της τραγικής αυτής κατάστασης τεκμηριώνουν και τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η ανεργία έχει ξεπεράσει το 27%, η ανεργία των νέων έχει ξεπεράσει το 50% , έχουν καταλυθεί οι συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα όσοι ακόμη εργάζονται να το κάνουν περιστασιακά με εξευτελιστικές αμοιβές, δια των οποίων αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τις ανελαστικές τους δαπάνες, όπως η συντήρηση της στέγης τους. Ακόμη και οι αμοιβές των μονίμως εργαζομένων δεν αρκούν για την κάλυψη των ανελαστικών τους δαπανών, οι οποίες επιβαρύνονται με πλήθος φόρων, με αποτέλεσμα ακόμη και αυτοί να αδυνατούν να καλύψουν τα έξοδα της διατροφής τους.

Κάτω από αυτές τις τραγικές συνθήκες, είναι αναγκαίο να τεθεί ο όρος, «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΡΟΦΗΣ», προς αντικατάσταση του όρου «ΕΡΓΑΣΙΑ».  Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η χρήση ενός μέσου μετακίνησης είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία, καθώς η εύρεση τροφής δεν επιτυγχάνεται πάντοτε στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων.

Το άρθρο 35 του νόμου 3986/2011 που ορίζει τα τέλη κυκλοφορίας του βασικού μέσου μετακίνησης, δηλαδή του αυτοκινήτου, αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που ορίζουν το δικαίωμα της ζωής. Διότι η ζωή, τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων, είναι άμεσα εξαρτημένη από τη δυνατότητα μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής.

Γ) ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΩΣ ΜΕΣΟ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Η δυνατότητα χρήσης του βασικού μέσου μετακίνησης από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα επιβίωσης, θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 5 του Συντάγματος, να παρέχεται δωρεάν και χωρίς περιοριστικούς όρους, πέραν εκείνων που προκύπτουν από την ανικανότητα ή επικινδυνότητα του οδηγού.

Το αυτοκίνητο παρ’ όλα αυτά, υπήρξε και παραμένει το καλύτερο μέσο εκμετάλλευσης των πολιτών από την κρατική εξουσία. Ένας απίστευτος όγκος φόρων και προστίμων να επιβάλλεται με αφορμή τη χρήση του. Κατά την αγορά του, επιβάλλονται τέλη ταξινόμησης, Φ.Π.Α, εισαγωγικός δασμός και ειδικός φόρος πολυτελείας, που επιβαρύνουν από 30% έως 40% την αξία του. Δι αυτών των υπέρογκων εισφορών, εκδίδεται η άδεια κυκλοφορίας του, γεγονός που  τεκμηριώνει ότι το αυτοκίνητο δικαιούται να κυκλοφορεί εντός της Ελληνικής επικράτειας. Το ποσό αυτό αν διαιρεθεί στα 10 έτη που κατά μέσο όρο χρησιμοποιείται, αντιστοιχεί στο ποσό των 800 ευρώ ετησίως, για ένα αυτοκίνητο χονδρικής πώλησης 20.000 ευρώ. Παραγνωρίζεται όμως το ήδη ακριβοπληρωμένο δικαίωμα της κυκλοφορίας του, και επιβάλλονται εκ νέου ετήσια τέλη κυκλοφορίας, δια των οποίων επανεκδίδεται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος. Συν αυτών, επιβάλλονται εισφορές στα καύσιμα, δια των οποίων επαναφορολογείται ανα χιλιόμετρο το ήδη αγορασμένο δυο φορές δικαίωμα μετακίνησης

Δ) ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ

1ος Λόγος ανακοπής

Πλέον τα τέλη κυκλοφορίας αποτελούνε τέλη μόνον κατ’ επίφασιν, αφού έχουν χάσει τον ανταποδοτικό τους χαρακτήρα, λόγω εγκατάλειψης των επαρχιακών δρόμων από την Πολιτεία και παραχώρησης των κύριων οδικών αξόνων της χώρας σε ιδιώτες. Η απώλεια της ανταποδοτικότητα που είχαν ως το 2011, επιβεβαιώνεται δια του άρθρου 35 παρ. 5, του ν. 3986/2011, όπου ορίζεται ότι το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων, «αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του δημοσίου».
Αφού τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων δεν είναι πλέον ανταποδοτικά, και αφού δεν αποτελούν φόρο εισοδήματος, ο μόνος λόγος που δικαιοδοτεί την ύπαρξή τους θα ήταν ο ορισμός τους ως φόρο περιουσίας. Στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια το είδος της φορολογούμενης περιουσίας, το ύψος της και ο συντελεστής φορολόγησης, γεγονός που δεν επιτυγχάνεται με μια απλή αναφορά στα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η εργοστασιακή αξία, η παλαιότητα και η τρέχουσα μεταπωλητική αξία.
Το αυτοκίνητο, δεν αποτελεί ακίνητη περιουσία όπως τα οικόπεδα και τα κτίσματα, αλλά κατατάσσεται στα αναλώσιμα εκείνα αντικείμενα που τα αποκτούμε όχι για να αυξήσουμε την περιουσία μας αλλά διότι μας απαραίτητα για την επιβίωση. Το αυτοκίνητο ανήκει στο ίδιο είδος περιουσίας, που ανήκουν τα εργαλεία της εργασίας μας, η ένδυση και η τροφή. 

Παρ’ όλα αυτά φορολογείται ως περιουσιακό στοιχείο και μάλιστα με πολύ υψηλότερους συντελεστές από περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας που ενδεχομένως αποκτούν και προστιθέμενη αξία με το χρόνο.

2ος Λόγος ανακοπής

Η φορολόγηση του αυτοκινήτου είναι εμφανέστατα άδικη, προδήλως αντισυνταγματική, και γι’ αυτούς ίσως τους λόγους στερείται στο υποκείμενο τόσο το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας, όσο και τα δικαιώματα που παρέχονται από τον κώδικα διοικητικής διαδικασίας και τον κώδικα φορολογίας εισοδήματος. Τα τέλη κυκλοφορίας είναι ο μόνος φόρος που ζητείται να πληρωθεί στο 100% του ύψους του προκαταβολικά, δηλαδή πριν από το έτος στο οποίο αντιστοιχεί, ενώ με παρέλευση έστω και μίας ημέρας επιβαρύνεται με πρόστιμο ίσο με το 100% του ύψους του το οποίο δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238, ΦΕΚ α΄151/16-09-1994, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το νόμο 4110/2013, (στο εξής ΚΦΕ)) άρθρο 74 παρ. 5,  «Ο φόρος που βεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους ή μεταγενέστερα από τη λήξη του:α) Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, με τον περιορισμό ότι κάθε δόση δεν είναι μικρότερη των τριακοσίων (300) Ευρώ, εκτός της τελευταίας.» 
Για τον υπολογισμό των τελών κυκλοφορίας πρέπει υποχρεωτικά να συνταχθούν φύλλα υπολογισμού της φορολογητέας αξίας και ακολούθως εκκαθαριστικό σημείωμα υπογραφόμενα από τον Προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. με παράθεση σε αυτό του κυβισμού, της παλαιότητας, της εκπομπής ρύπων κλπ και του υπολογισμού του φόρου. Διότι στην προκείμενη περίπτωση ΔΕΝ προκύπτει η κοινοποίηση στο φορολογούμενο της πράξεως καταλογισμού των  τελών κυκλοφορίας, ώστε να αρχίσει γι’ αυτόν η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής και περαιτέρω να είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος φόρου. Διότι, στην προκείμενη περίπτωση επιχειρείται ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ η «κοινοποίηση» ΜΕΣΩ ΙΝΤΕΡΝΕΤ στο φορολογούμενο της δήθεν πράξεως καταλογισμού των τελών κυκλοφορίας. Διότι εν τέλει  ΔΕΝ άρχισε η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος φόρου ή τέλους, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο εισπράξεως της οφειλής, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί ΕΓΚΥΡΩΣ στον υπόχρεο η καταλογιστική πράξη (933/2009 ΣΤΕ)

Ο τρόπος είσπραξης των τελών κυκλοφορίας είναι παράνομος, καθώς δεν επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντος ποσού, εάν προηγουμένως ο υπόχρεος ΔΕΝ έχει λάβει ΠΛΗΡΗ γνώση της σε βάρος του καταλογιστικής πράξης η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής (ΕΣ Ι Τμ. 574/2008, 1791/2007,1406, 994/2006, ΣτΕ 1620/2005, 2282/2000).
Περαιτέρω στην παρ. 2 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης . . .» και στο άρθρο 224 ότι, «1. … 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ` αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο».
Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 Κ.Ε.Δ.Ε. προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Εκτελεστή δε διοικητική πράξη στο στάδιο της είσπραξης του εσόδου πριν από την έναρξη της εκτέλεσης είναι η πράξη της ταμειακής βεβαίωσης του χρέους ως εσόδου του Δημοσίου («βεβαίωση στενής έννοιας»), η οποία ως ανωτέρω ελέχθη, είναι προσβλητή ενώπιον των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων, όχι δε η «ατομική ειδοποίηση» που αποστέλλεται μετά τη βεβαίωση αυτή προς τον οφειλέτη.
Ενόψει των ανωτέρω δικονομικών ρυθμίσεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, ΔΕΝ επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντος ποσού, εάν προηγουμένως ο υπόχρεος δεν έχει λάβει ΠΛΗΡΗ γνώση της σε βάρος του καταλογιστικής πράξης η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής (ΕΣ Ι Τμ. 574/2008, 1791/2007,1406, 994/2006, ΣτΕ 1620/2005, 2282/2000).
3ος Λόγος ανακοπής
Κατά παράβαση του Συντάγματος και των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας στις οποίες υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη και τον κρατικό λειτουργό-εφαρμοστή του Συντάγματος και του νόμου, ο νόμος 3986/2011 άρθρο 35, ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ μεταξύ αυτοκινήτων που αγοράστηκαν πριν το 2010 και αυτών που αγοράστηκαν μετά το 2010 και η επιβολή υπέρογκων τελών κυκλοφορίας στα πρώτα, ενώ ελάχιστων έως μηδενικών στα δεύτερα, παραβαίνει το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: Oι Έλληνες πoλίτες συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς.

4ος Λόγος ανακοπής
H υπερφορολόγηση των αυτοκινήτων, ιδίως των άνω των 2000 κ.ε. όπως ορίζεται από το άρθρο 35 του ν. 3986/2011, δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, τα έσοδα από τα τέλη κυκλοφορίας μετά την εφαρμογή αυτού του νόμου κατέρρευσαν, περισσότεροι από 250.000 πολίτες παρέδωσαν τις πινακίδες τους. 
4γ. ΟΙ ΑΤΟΜΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ
Βάσει του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, ζητώ το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, και της ενημέρωσής μου για τις προϋποθέσεις της δικαστικής μου προστασίας, πριν από κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο σε βάρος των δικαιωμάτων μου, που θα αφορά την αδυναμία πληρωμής των φόρων του βασικού μέσου μετακίνησής μου, προκειμένου να εκθέσω αναλυτικά τους ατομικούς λόγους για τους οποίους το μέσο αυτό είναι απολύτως απαραίτητο για την επιβίωσή μου, την αξιοπρεπή μου διαβίωση, και την εκπλήρωση εν γένει των Συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων μου. Στην παρούσα αίτηση-αναφορά, αλλά και στην έκθεση των ατομικών λόγων που θα αναπτύξω όταν κληθώ για ακρόαση, θεμελιώνω το αίτημα της ανακοπής-αναστολής.
5ον. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΑΝΑΚΟΠΗΣ-ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ
Επειδή λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, ο τρόπος φορολόγησης  των αυτοκινήτων δεν είναι πλέον ανταποδοτικός, αλλά ένας επιπλέον παράνομος και  αντισυνταγματικός φόρος, που με τη σημερινή μορφή του δεν εξυπηρετεί ούτε τους πολίτες ούτε το δημόσιο συμφέρον, θεωρώ δίκαιο το αίτημα της ανακοπής, αναστολής κι επαναδιαπραγμάτευσης, και σας ζητώ να το εξετάσετε, ή σε περίπτωση αναρμοδιότητας να το προωθήσετε προς τους αρμόδιους φορείς.
Βάσει των ανωτέρω ζητώ:

Α) Να μου απαντήσετε αν και πώς ανταποδόθηκαν τα τέλη κυκλοφορίας του 2014 (αξίας ενός περίπου δισεκατομμυρίων ευρώ) στην κατασκευή και συντήρηση του δημοσίου οδικού δικτύου.

Β) Την προηγούμενη ακρόαση πριν από κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο εις βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων μου, σχετικά με την αδυναμία πληρωμής των φόρων του βασικού μέσου μετακίνησής μου.

Γ) Την ανακοπή, αναστολή κι επαναδιαπραγμάτευση της φορολόγησης του βασικού μέσου μετακίνησής μου, (και των προστίμων που επιβάλλονται λόγω αδυναμίας της προκαταβολικής τους πληρωμής), ώστε αυτή να επιβάλλεται σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), να ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του οχήματός μου καθώς και στη φοροδοτική μου ικανότητα όπως αυτή προκύπτει από το εισόδημά μου και τις ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. 

Δ) Τέλος ζητώ, να μου απαντήσετε αιτιολογημένα, (όπως ορίζει το άρθρο 10 παρ. 1 του Συντάγματος) αν τα επιχειρήματά δια των οποίων αιτιολογώ το αίτημά μου και την πράξη μου είναι λανθασμένα, ώστε να φροντίσω ως νομιμόφρων πολίτης να διορθώσω εγκαίρως την πράξη μου, σύμφωνα με τον τρόπο που θα μου υποδείξετε, πείθοντάς με ότι είναι σύμφωνος με τον Θεμελιώδη Νόμο του Κράτους, ο οποίος ορίζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, και προς τον οποίον όλοι μας δηλώνουμε πίστη και υπακοή.
Με εκτίμηση

(Όνομα, υπογραφή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-49932466-1